Με τον όρο παγκρεατίτιδα περιγράφεται η φλεγμονή του παγκρέατος, η οποία εκδηλώνεται όταν τα πεπτικά υγρά του οργάνου, αντί να οδηγούνται μέσω του παγκρεατικού πόρου στο δωδεκαδάκτυλο, διαφεύγουν στο εσωτερικό του ίδιου του αδένα. Η διαρροή αυτή προκαλεί διόγκωση (οίδημα) του ιστού, βλάβη στα αγγεία και ισχαιμία του παγκρέατος. Οι χυμοί περνούν επίσης στην κυκλοφορία και μπορούν να βλάψουν όργανα σε απόσταση, όπως οι νεφροί, οι πνεύμονες και τα αγγεία. Οι πληροφορίες που ακολουθούν απευθύνονται και σε ασθενείς από την Αθήνα και την Αττική που αναζητούν ενημέρωση για τη χειρουργική παγκρέατος.
Η νόσος παρουσιάζεται σε οξεία ή χρόνια μορφή και προσβάλλει πιο συχνά άνδρες. Συνήθως, όταν γίνεται λόγος για παγκρεατίτιδα, εννοείται η οξεία μορφή, ωστόσο και η χρόνια ενέχει κίνδυνο επιπλοκών. Στις βαριές περιπτώσεις ενδέχεται να προκληθεί αιμορραγία, λοίμωξη ή οριστική καταστροφή ιστού.
Σπάνια η πάθηση περνά εντελώς χωρίς ενοχλήσεις. Κυρίαρχο σύμπτωμα είναι ο πόνος στο επάνω μέρος της κοιλιάς, ο οποίος συχνά αντανακλά στην πλάτη και επιδεινώνεται με τη λήψη τροφής ή υγρών. Η υποχώρηση του κοιλιακού πόνου δεν σημαίνει απαραίτητα βελτίωση: μπορεί να σημαίνει ότι το πάγκρεας έπαψε να παράγει πεπτικά ένζυμα, δηλαδή ότι η νόσος έχει χειροτερέψει. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν ναυτία, έμετοι, διάρροια, λιπαρά κόπρανα και απώλεια βάρους.
Για τη διάγνωση, ο χειρουργός εξετάζει κλινικά τον ασθενή και ζητά αιματολογικό έλεγχο καθώς και εξετάσεις ούρων και κοπράνων. Συμπληρωματικά γίνονται υπερηχογράφημα κοιλίας, αξονική τομογραφία και, αν χρειαστεί, άλλες εξετάσεις κατά την κρίση του ιατρού.
Η οξεία μορφή ξεκινά απότομα, όταν κάποιος παράγοντας διαταράξει τη φυσιολογική λειτουργία του παγκρέατος. Όταν τεθεί η διάγνωση και εντοπιστεί η αιτία της φλεγμονής, το όργανο συχνά επουλώνεται και ξαναβρίσκει τη λειτουργία του, χωρίς όμως αυτό να ισχύει σε κάθε περίπτωση. Η πορεία εξαρτάται από τη μορφή της νόσου:
Το πρώτο βήμα είναι η φαρμακευτική αγωγή. Όταν όμως η φλεγμονή δεν υποχωρεί εξαιτίας λίθων που φράζουν τον πόρο, ή όταν εμφανιστούν επιπλοκές, γίνεται λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή μέσα σε 72 ώρες. Από τους ασθενείς με λιθιασική παγκρεατίτιδα που βελτιώνονται με τα φάρμακα χωρίς να αφαιρεθεί η χοληδόχος κύστη, το 25% θα εμφανίσει ξανά οξεία παγκρεατίτιδα.
Στη νεκρωτική παγκρεατίτιδα ειδικότερα, ο νεκρωμένος ιστός πρέπει να αφαιρεθεί χειρουργικά ώστε να προληφθεί η σήψη. Αν σχηματιστεί ψευδοκύστη ή απόστημα του παγκρέατος, η αντιμετώπιση γίνεται με χειρουργική παροχέτευση.
Τη χρονική στιγμή της επέμβασης την αποφασίζει ο εξειδικευμένος χειρουργός παγκρέατος, με βάση τα δεδομένα κάθε ασθενούς και τα ευρήματα των εξετάσεων.
Μια εναλλακτική, αναίμακτη επιλογή είναι η ενδοσκοπική μέθοδος ERCP, η οποία συνιστάται να γίνεται εντός 48 ωρών από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων της οξείας παγκρεατίτιδας.
Συνήθως η επέμβαση για την παγκρεατίτιδα είναι η χολοκυστεκτομή, ώστε να απομακρυνθεί ο λίθος που ευθύνεται για τη φλεγμονή. Όταν υπάρχει απόφραξη, ίσως απαιτηθεί μερική παγκρεατεκτομή, ενώ σε σπάνιες και ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί ολική παγκρεατεκτομή.
Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο St. Pierre
Rue Haute 322 - 1000 Bruxelles RDU
003225354115