Οι κυστικές βλάβες του παγκρέατος εντοπίζονται σχεδόν πάντοτε τυχαία, κατά τη διάρκεια κάποιας απεικονιστικής εξέτασης. Τέτοια κυστικά μορφώματα μπορεί να είναι είτε καλοήθη είτε κακοήθη.
Η εκτίμηση του είδους της κύστης, η διάγνωση με εξειδικευμένες μεθόδους και, αν υπάρχει κακοήθεια, η χειρουργική θεραπεία απαιτούν χειρουργό με εξειδίκευση στο πάγκρεας. Οι πληροφορίες που ακολουθούν αφορούν και ασθενείς από την Αθήνα και την Αττική που αναζητούν χειρουργική παγκρέατος.
Το μέγεθος μιας κύστης δεν αρκεί για να κριθεί αν είναι κακοήθης, αφού ακόμη και μικρές βλάβες (MCN ή IPMT) μπορεί να είναι κακοήθεις από την αρχή. Εξαιτίας αυτής της αβεβαιότητας, κάθε νεοπλασματική κύστη πρέπει να αφαιρείται με περιφερική ή ολική παγκρεατεκτομή ή με επέμβαση Whipple, εκτός εάν μπορεί να διαγνωστεί με βεβαιότητα ορώδες κυσταδένωμα. Αφαίρεση χρειάζονται επίσης οι κύστεις που προκαλούν συμπτώματα ή που μεγαλώνουν στις διαδοχικές απεικονιστικές εξετάσεις.
Τα κυσταδενώματα αφορούν κυρίως γυναίκες (80%) άνω των 60 ετών και βρίσκονται συνήθως (50-70%) στο σώμα και την ουρά του παγκρέατος. Η διάμετρός τους μπορεί να φτάσει τα 25 cm, οπότε πιέζουν γειτονικές δομές, για παράδειγμα τον χοληδόχο πόρο, με αποτέλεσμα αποφρακτικό ίκτερο.
Στο 20-40% των παγκρεατικών κύστεων πρόκειται για ορώδες κυσταδένωμα, έναν καλοήθη όγκο. Αποτελείται από πολλές μικρές κύστεις, κάτω των 2cm, ενώ στο 10% των ασθενών υπάρχει στο κέντρο ουλή με αποτιτανώσεις. Δεν συνδέεται με τον κύριο παγκρεατικό πόρο. Οι διαστάσεις του κυμαίνονται από 1 έως 25 εκατοστά, με μέση διάμετρο 6-10 εκατοστά· όταν γίνει πολύ μεγάλο, ως και 25 εκ., πιέζει τα γύρω όργανα και πρέπει να αφαιρεθεί.
Δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε από πριν με σιγουριά ότι ένα κυσταδένωμα είναι ορώδες. Γι’ αυτό η διάγνωση στηρίζεται στο ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα (EUS), κατά το οποίο λαμβάνεται ταυτόχρονα υγρό από την κύστη για βιοχημική και κυτταρολογική ανάλυση. Αν τα ευρήματα δεν αποκλείουν κακοήθεια, ο χειρουργός προχωρά σε διερευνητική λαπαροσκόπηση.
Σπάνια μορφή είναι το βλεννώδες κυσταδένωμα, με ακανόνιστο τοίχωμα, οζώδη όψη και διαφραγμάτια. Η επιφάνειά του είναι περίπου 10-20 cm και προέρχεται από το επιθήλιο των χοληφόρων. Σε ποσοστό 50% συνυπάρχει ηπατική κύστη. Προσβάλλει κυρίως γυναίκες από 40 ετών και πάνω. Ιατροί χωρίς ιδιαίτερη εμπειρία στο ήπαρ μπορεί να το εκλάβουν ως εχινοκοκκίαση του ήπατος. Αν και αναπτύσσεται αργά, είναι προκαρκινική βλάβη και, αν δεν αφαιρεθεί, θα μετατραπεί σε κυσταδενοκαρκίνωμα.
Οι βλάβες αυτές αντιμετωπίζονται πάντα χειρουργικά, με στόχο την πλήρη αφαίρεσή τους.
Η συνηθέστερη επέμβαση είναι η περιφερική παγκρεατεκτομή μαζί με αφαίρεση του σπλήνα (σπληνεκτομή).
Για τους όγκους της κεφαλής του παγκρέατος, επέμβαση επιλογής είναι η τεχνική Whipple. Οι μικρότερες, περιορισμένες εκτομές δεν προτιμώνται, λόγω του κινδύνου για συρίγγια και θετικά όρια εκτομής.
Η πενταετής επιβίωση ξεπερνά το 95% στο βλεννώδες κυστικό νεόπλασμα ενδιάμεσου τύπου και φτάνει το 50-75% στο βλεννώδες κυσταδενοκαρκίνωμα.
Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο St. Pierre
Rue Haute 322 - 1000 Bruxelles RDU
003225354115